στειλιάρι
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
στειλιάρι
Where it comes from
στειλιάρι < μεσαιωνική ελληνική στειλειάριον, υποκοριστικό του ελληνιστική κοινή στειλειός < αρχαία ελληνική στειλεός
noun στειλιάρι · στειλιάρια · στειλιαριού · στειλιαριών
-
κυλινδρικό κομμάτι ξύλου, που αποτελεί αποσπώμενο τμήμα σε διάφορα εργαλεία, όπως το φτυάρι ή την αξίνα
※ Το «πιγκούνι» μετριόταν σε πόντους, δεξιά κι αριστερά από την τρύπα, που έμπαινε το στυλιάρι. Το συγκεκριμένο «πιγκούνι» ήταν 14 πόντοι αριστερά και 14 πόντοι δεξιά, δηλ. συνολικά το μήκος του έπιανε του 28 πόντους. Ταράχθηκε η Λένα, όταν πρωτοείδε το εργαλείο αυτό, και μόνο στη σκέψη ότι αυτό το
Similar: στειλεός
- στουρνάρι, αμόρφωτος
- βέργα δαρσίματος (κατ’ επέκταση) ξύλο, ξυλοδαρμός
In English
- shaft any long, thin object
Talk about this word "στειλιάρι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%B9%CE%BB%CE%B9%CE%AC%CF%81%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. στειλιάρι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%B9%CE%BB%CE%B9%CE%AC%CF%81%CE%B9 "στειλιάρι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%B9%CE%BB%CE%B9%CE%AC%CF%81%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {στειλιάρι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%B9%CE%BB%CE%B9%CE%AC%CF%81%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}