στενάζω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
στενάζω
Where it comes from
στενάζω < αρχαία ελληνική στενάζω < στένω στέν- + κατάληξη -άζω
verb στενάζω
- αναστενάζω, βογκάω
- υποφέρω, ταλαιπωρούμαι ※ Η Ουκρανία στα χρόνια της ενηλικίωσης του ποιητή στέναζε κάτω απ' το ζυγό της πιο σκληρής διακυβέρνησης του τσάρου Νικολάου Α'. (Έλλη Αλεξίου (1964) Ταράς Σεβτσένκο [δοκίμιο])
- βγάζω ήχο παρόμιο με του στεναγμού και των γλυκών αγέρηδων η πνοή κοιμίζει το πέλαο που στενάζει (Αίας Σοφοκλή, απόδοση Κ. Βάρναλης)
Talk about this word "στενάζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%BD%CE%AC%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. στενάζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%BD%CE%AC%CE%B6%CF%89 "στενάζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%BD%CE%AC%CE%B6%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {στενάζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%BD%CE%AC%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}