στενοχωρώ

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

στενοχωρώ

  • ste.no.xoˈɾo

Where it comes from

στενοχωρώ < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή στενοχωρῶ ή αρχαία ελληνική (σημασία: έχω λίγο χώρο - περιορίζω) / στενοχωρέω < αρχαία ελληνική στενόχωρος < στενός + χῶρος

verb στενοχωρώ · στενοχωρούσα · στενοχώρησα · στενοχωρούμαι · στενοχωριέμαι · στενοχωρήθηκα

  1. προκαλώ σε κάποιον στενοχώρια, θλίψη, λύπη κ.λπ. (ή και ενόχληση, δυσαρέσκεια κ.ά.) ※ Η Μέλπω μίλαγε με αδύναμα τα σύμφωνα και με ανύπαρκτα τα οδοντικά του, δου, θου - πώς να προφέρεις άλλωστε τα οδοντικά χωρίς δόντια. Είχε χάσει μου έλεγε, πριν από χρόνια τη μασέλα της σε συνθήκες που δε θέλω να σας περιγράψω, γιατί θα σας στενοχωρήσω. (Στέλιος Μάινας, Τα φαινόμενα απατούν, εκδ. Κ

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"στενοχωρώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%87%CF%89%CF%81%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

στενοχωρώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%87%CF%89%CF%81%CF%8E

Chicago

"στενοχωρώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%87%CF%89%CF%81%CF%8E.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {στενοχωρώ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%87%CF%89%CF%81%CF%8E},
  urldate = {2026-11-07}
}