στερεός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

στερεός¹

  • ste.ɾeˈos

Sounds like στέρεος

Where it comes from

στερεός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική στερεός. Δείτε και το στέρεος & στέριος. Ομόρριζα: στέρφος, στριφνός > στρυφνός.

adjective στερεός · στερεή · στερεά · στερεό · στερεού · στερεής

  1. φυσική σχετικός με τη μία κατάσταση της ύλης (οι άλλες δύο είναι η υγρή και η αέρια)· χαρακτηρίζεται από μικρή κίνηση των μορίων, με αποτέλεσμα τα σώματα που βρίσκονται σε αυτή την κατάσταση να έχουν σταθερό όγκο και σχήμα η στερεά κατάσταση, τα στερεά σώματα. στερεά απόβλητα
  2. γεωμετρία που έχει τρείς διαστάσεις
  3. σταθερός, ανθεκτικός, ακλόνητος, στέρεος

Στερεός²

Where it comes from

Στερεός < στερεός

proper noun Στερεός · Στερεοί · Στερεού · Στερεών · Στερεό · Στερεούς

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

  • solid in the solid state
  • fast firmly or securely fixed in place
  • firm solid, rigid (material state)

Talk about this word

Cite this
MLA

"στερεός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B5%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

στερεός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B5%CF%8C%CF%82

Chicago

"στερεός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B5%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {στερεός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B5%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}