στερεότυπος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
στερεότυπος
- ste.ɾeˈo.ti.pos
Where it comes from
στερεότυπος < λόγιο ενδογενές δάνειο: λόγιο δάνειο από τη γαλλική stéréotype < αρχαία ελληνική στερεός + τύπος. Μορφολογικά αναλύεται σε στερεό- + -τυπος.
adjective στερεότυπος · στερεότυπη · στερεότυπο · στερεότυπου · στερεότυπης
- που τυπώθηκε με τη μέθοδο της στερεοτυπίας
- που επαναλαμβάνεται χωρίς αλλαγές, που δεν έχει ποικιλία
- που έχει τυπωθεί χωρίς ερμηνευτικά σχόλια και περικοπές στερεότυπη έκδοση Λιψίας, στερεότυπη έκδοση Οξφόρδης
In English
Talk about this word "στερεότυπος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B5%CF%8C%CF%84%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. στερεότυπος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B5%CF%8C%CF%84%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%82 "στερεότυπος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B5%CF%8C%CF%84%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {στερεότυπος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B5%CF%8C%CF%84%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}