στερνοπαίδι
Ελληνικά · 同义词与反义词
AI 通俗地说
正在写简短说明……
由驻站 AI 根据下面的词条用你的语言写成。来源是词条本身。
στερνοπαίδι
它从哪里来
στερνοπαίδι < στερνός + -ο- + παιδί + -ι
名词 στερνοπαίδι · στερνοπαίδια · στερνοπαιδιού · στερνοπαιδιών
- το μικρότερο και τελευταίο παιδί μιας οικογένειας
相近词: απογέννι, αποζούδι, αποσπόρι, Βενιαμίν, στερνοπούλι
同义词与反义词
名词
相近词: απογέννι, αποζούδι, αποσπόρι, Βενιαμίν, στερνοπούλι
英语
- lastborn youngest child of a family
讨论这个词 "στερνοπαίδι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BD%CE%BF%CF%80%CE%B1%CE%AF%CE%B4%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. στερνοπαίδι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BD%CE%BF%CF%80%CE%B1%CE%AF%CE%B4%CE%B9 "στερνοπαίδι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BD%CE%BF%CF%80%CE%B1%CE%AF%CE%B4%CE%B9.引用
@misc{micwyn_2026,
title = {στερνοπαίδι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BD%CE%BF%CF%80%CE%B1%CE%AF%CE%B4%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}