στεφάνη
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
στεφάνη¹
- steˈfa.ni
Where it comes from
στεφάνη < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή στεφάνη (γείσο), αρχαία ελληνική (διάδημα) Συγκρίνετε με το στεφάνι.
:* για τη βοτανική < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική corelle
:* για την αστρονομία, γεωμετρία, οδοντιατρική < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική couronne\
:* για το μπάσκετ < απόδοση για την αγγλική basketball ring
noun στεφάνη · στεφάνες · στεφάνης · στεφανών
-
το μεταλλικό κυκλικό μέρος της μπασκέτας απ' όπου κρέμεται το δίχτυ
Similar: στεφάνι
- εξωτερικό τμήμα του φωτεινού δακτυλίου γύρω από τον ήλιο ή από τη σελήνη κατά την ολική έκλειψη]
- το σύνολο των πετάλων ενός λουλουδιού
- η επιφάνεια που βρίσκεται μεταξύ δύο άνισων ομόκεντρων περιφερειών
- το τμήμα του δοντιού που εξέχει από τα ούλα
- συνώνυμο του κορόνα
Στεφάνη²
- steˈfa.ni
Where it comes from
Στεφάνη < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Στεφάνη · Στεφάνες · Στεφάνης · Στεφανών
- γυναικείο επώνυμο
proper noun Στεφάνη · Στεφάνες · Στεφάνης · Στεφανών
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
In English
Talk about this word "στεφάνη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%86%CE%AC%CE%BD%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. στεφάνη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%86%CE%AC%CE%BD%CE%B7 "στεφάνη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%86%CE%AC%CE%BD%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {στεφάνη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%86%CE%AC%CE%BD%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}