στικτός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

στικτός

Where it comes from

στικτός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική στικτός

adjective στικτός · στικτή · στικτό · στικτού · στικτής

  1. ο γεμάτος στίγματα ※ οι πολύ σκούροι προπλασμοί στα πρόσωπα, η χαλαρή πτυχολογία, η αραιή χρυσοκονδυλιά στο ρόδινο ιμάτιο του Χριστού και το άτεχνο στικτό φυτικό κόσμημα στους φωτοστεφάνους οδηγούν στη χρονολόγηση της εικόνας στα τέλη του 16ου ή τις αρχές του 17ου αι. (Αρχαιολογικον δελτιον, τόμος 46, μέρος 2, 1996, σ
  2. αυτός που σχηματίζεται από στίγματα

Similar: διάστικτος · Opposite: άστικτος

Thesaurus

adjective

Similar: διάστικτος · Opposite: άστικτος

Talk about this word

Cite this
MLA

"στικτός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%84%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

στικτός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%84%CF%8C%CF%82

Chicago

"στικτός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%84%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {στικτός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%84%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}