στοίχημα

Ελληνικά

AI Простыми словами

Пишу короткое объяснение…

Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.

στοίχημα

Откуда оно

στοίχημα < → λείπει η ετυμολογία

существительное στοίχημα · στοιχήματα · στοιχήματος · στοιχημάτων

  1. ένα ρίσκο που παίρνει κάποιος αποβλέποντας σε κάποιο κέρδος ※ Κι εκεί που κάναμε την πλάκα μας βάζοντας στοιχήματα για το ποια κοπέλα θα πάρει το σκήπτρο, τσουπ, βλέπω μία διαγωνιζόμενη με εξώπλατο και στον ώμο της να έχει μια ελιά όπως η Αντάρα. (Γιώργος Σκούρτης, Το χειρόγραφο της Αντάρας, Ο δολοφόνος του Οκτώμβρη, εκδ. Καστανιώτη, 2014)

По-английски

  • book record of betting
  • bet a wager
  • gamble a risk undertaken with a potential gain
  • wager a stake; a pledge

Обсудить это слово

Цитировать
MLA

"στοίχημα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%AF%CF%87%CE%B7%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

στοίχημα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%AF%CF%87%CE%B7%CE%BC%CE%B1

Chicago

"στοίχημα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%AF%CF%87%CE%B7%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {στοίχημα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%AF%CF%87%CE%B7%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}