στοίχος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
στοίχος
- ˈsti.xos
Where it comes from
στοίχος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική στοῖχος < απώτατης αρχής από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *steygʰ- Δείτε και στίχος, και το αρχαίο στείχω.
noun στοίχος · στοίχοι · στοίχου · στοίχων · στοίχο · στοίχους
- σειρά, γραμμή, ανθρώπων ή αντικειμένων π.χ. σε παράταξη στρατιωτών, μαθητών, αθλητών που στέκονται ο ένας πίσω από τον άλλο ή δομικών υλικών σε τοιχοποιία Ο γυμναστής του σχολείου παρέταξε τους μαθητές σε τρεις στοίχους για την παρέλαση.
In English
- row line of objects
Talk about this word "στοίχος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%AF%CF%87%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. στοίχος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%AF%CF%87%CE%BF%CF%82 "στοίχος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%AF%CF%87%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {στοίχος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%AF%CF%87%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}