στοιχειώδης
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
στοιχειώδης
- sti.çiˈo.ðis
- sti.çiˈo.ðes
Where it comes from
στοιχειώδης < αρχαία ελληνική στοιχειώδης < στοιχεῖον < στοῖχος < πρωτοελληνική *stóikʰos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *stóygʰ-os < *steygʰ- (πηγαίνω) ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική élémentaire)
adjective στοιχειώδης · στοιχειώδες · στοιχειώδους
- ο ελάχιστος αναγκαίος, βασικός, θεμελιώδης πολλά παιδιά στον πλανήτη μας δεν απολαμβάνουν τα στοιχειώδη αγαθά που μπορούν να καλύψουν τις βασικές ανάγκες τους για επιβίωση
- που αποτελεί τη βάση μιας γνωστικής ή εκπαιδευτικής δομής η στοιχειώδης εκπαίδευση, το δημοτικό σχολείο παρέχει τις στοιχειώδεις γνώσεις γραφής, ανάγνωσης και αρίθμησης
- ελάχιστος και μη επαρκής πώς να μιλήσω στους Εγγλέζους με τα στοιχειώδη αγγλικά μου;
- για τα θεμελιώδη υποατομικά σωματίδια
In English
- essential fundamental ingredient
- elementary relating to the basic, essential or fundamental part of something
- rudimentary of or relating to rudiments
Talk about this word "στοιχειώδης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%B9%CF%87%CE%B5%CE%B9%CF%8E%CE%B4%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. στοιχειώδης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%B9%CF%87%CE%B5%CE%B9%CF%8E%CE%B4%CE%B7%CF%82 "στοιχειώδης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%B9%CF%87%CE%B5%CE%B9%CF%8E%CE%B4%CE%B7%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {στοιχειώδης},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%B9%CF%87%CE%B5%CE%B9%CF%8E%CE%B4%CE%B7%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}