στολίζω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
στολίζω
- stoˈli.zo
Where it comes from
στολίζω < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή στολίζω, (στολίζω, ντύνω) < αρχαία σημασία: εξοπλίζω
verb στολίζω · στόλισα · στολίζομαι · στολίστηκα · στολισμένος
- κάνω διακόσμηση, προσθέτω στολίδια ή κατάλληλα αντικείμενα ώστε να γίνει πιο όμορφο ένα πράγμα, ένα μέρος
- ντύνω κάποιον στα καλύτερά του ρούχα, του βάζω κοσμήματα κλπ. ώστε να παρουσιάσει την καλύτερη εμφάνιση
- ομορφαίνω, διανθίζω το λόγο μου ή ένα κείμενο με όμορφες λέξεις ή φράσεις
- βρίζω Τσακωθήκανε και τον στόλισε με κάτι κοσμητικά επίθετα, που δεν μπορώ να επαναλάβω!
Thesaurus
In English
Talk about this word "στολίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026. στολίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CE%B6%CF%89 "στολίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CE%B6%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {στολίζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-06}
}