στοπ

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

στοπ

Where it comes from

στοπ < αγγλική stop

interjection στοπ

  1. σταμάτα (ό,τι κάνεις)! στοπ, στοπ, στοπ! ξαναξεκινάμε από την αρχή!
  2. ακινητοποιήσου!, φρένο/φρέναρε! στοπ, μην πλησιάζεις άλλο!
  3. εντολή προς κάποιον, να σταματήσει αμέσως

noun στοπ

  1. σήμα του κώδικα οδικής κυκλοφορίας (ΚΟΚ), που σημαίνει πως ο οδηγός πρέπει να σταματήσει και να ελέγξει τη διάβαση πριν περάσει παραβίασα το στοπ
  2. αντικείμενο ή μηχανισμός που χρησιμοποιείται ως αναστολέας διαδρομής, για να ακινητοποιεί κάτι σε μια συγκεκριμένη θέση το στοπ της πόρτας
  3. plural, στον πληθυντικό τα πίσω φώτα ενός οχήματος που ανάβουν όταν αυτό φρενάρει δεν ανάβουνε τα στοπ
  4. στα σήματα μορς και στα τηλεγραφήματα, δηλώνει το τέλος πρότασης «Χάσαμε τη θεία, στοπ» (τίτλος θεατρικού έργου του Γ. Διαλεγμένου)

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"στοπ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%80. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

στοπ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%80

Chicago

"στοπ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%80.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {στοπ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%80},
  urldate = {2026-11-06}
}