στοχαστικός
Ελληνικά · Sinonime și antonime
AI Pe înțelesul tuturor
Se scrie o scurtă explicație…
Scris de un AI al casei pe baza articolului de mai jos, în limba ta. Sursa e chiar articolul.
στοχαστικός
De unde vine
στοχαστικός < → λείπει η ετυμολογία
adjectiv στοχαστικός · στοχαστική · στοχαστικό · στοχαστικού · στοχαστικής
- που αναλογίζεται με περίσκεψη, που προβληματίζεται αρκετά και σκέφτεται κάτι σε βάθος
-
που ακολουθεί τυχαία εξέλιξη, η οποία εκφράζεται από κατανομές πιθανοτήτων ή πιθανοκρατικά υποδείγματα (μοντέλα)·
στα στοχαστικά υποδείγματα οι αρχικές τιμές δεν ερμηνεύουν ή καθορίζουν πλήρως τις μελλοντικές καταστάσεις, όπως στα ντετερμινιστικά, αλλά μας δίνουν τις πιθανότητές τους ως ενδεχομένων
Asemănătoare: τυχαίος, ντετερμινιστικός
În engleză
- stochastic random
Discută despre acest cuvânt "στοχαστικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%87%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. στοχαστικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%87%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "στοχαστικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%87%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Citează
@misc{micwyn_2026,
title = {στοχαστικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%87%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}