στούντιο
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
στούντιο
Where it comes from
στούντιο < (άμεσο δάνειο) αγγλική studio < ιταλική studio < λατινική studium < studeo < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *(s)teud-
noun στούντιο
- χώρος με κατάλληλη διαρρύθμιση, διαμόρφωση και εξοπλισμό, όπου γίνεται κινηματογράφηση, φωτογράφηση ή ηχογράφηση ※ Ὅμως, τὸ πρόβλημα τοῦ συγχρονισμοῦ εἰκόνας καὶ ἤχου παρέμενε ἄλυτο. Οἱ ἔλληνες παραγωγοί καὶ σκηνοθέτες ἀναγκάσθηκαν νὰ στραφοῦν στὸ «γύρισμα» σὲ ξένα στούντιο (Χάρης Πάτσης, Ιωάννης Μ. Χατζιφώτης, Ιστορία του Ελληνισμού και του Ελλνικού Πολιτισμού από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα: Αναγεννηση: Νεώτ
- εταιρεία παραγωγής κινηματογραφικών ταινιών ※ Η Paramount Pictures είναι το τελευταίο στούντιο του Χόλιγουντ που διακόπτει την κυκλοφορία επερχόμενων ταινιών στη Ρωσία μετά την εισβολή της χώρας στην Ουκρανία. (Όλα τα μεγάλα στούντιο του Χόλιγουντ μποϊκοτάρουν τη Ρωσία, iefimerida.gr, 02/03/2022 https://www.iefimerida.gr/kosmos/ola-megala-sto
- κινηματογράφηση, φωτογράφηση ή ηχογράφηση ※ Τις μέρες που δεν είχα στούντιο, δεν είχα καθισιό, έβγαινα και περπατούσα το βραδάκι στην Αθήνα, που ήταν μισοάδεια ντάλα καλοκαίρι (Διονύσης Σαββόπουλος, Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα, εκδ. Πατάκη, 2024, σελ. 165)
- ατελιέ ※ Ένοχος, στάθηκε μέσα στο στούντιο του ζωγράφου, ένα βήμα από τον έξω κόσμο, το δρόμο, κατευθείαν στον κόσμο του, απρόσκλητος (Ντορίνα Παπαλιού, Το απαραίτητο φως, εκδόσεις Ίκαρος, 2012)
-
μικρό διαμέρισμα με ένα δωμάτιο, κουζίνα και τουαλέτα
※ Ο Μιχάλης βρήκε ένα σπίτι-ευκαιρία στο Μπέϊσγουότερ ! Ένα στούντιο για τον εαυτό του κι ένα μεγαλύτερο διαμέρισμα με σαλόνι, φωτεινή κουζίνα και μεγάλο υπνοδωμάτιο στο ίδιο κτήριο. (Ζωή Μπελούκα, Οι γυναίκες του Αυγούστου, εκδ. Καστανιώτη, 2012)
Similar: γκαρσονιέρα
In English
- studio place where radio or television programs, records or films are made
- efficiency one-room apartment
Talk about this word "στούντιο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. στούντιο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BF "στούντιο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {στούντιο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}