στραβός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
στραβός¹
- stɾaˈvos
Where it comes from
στραβός < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή στραβός
adjective στραβός · στραβή · στραβό · στραβού · στραβής
- που δεν έχει ευθύγραμμο σχήμα, που παρεκκλίνει από την ευθεία, στρεβλός στραβά πόδια
- τοποθετημένος λοξά, όχι κανονικά
- κακός, λανθασμένος Πήρε τον στραβό δρόμο.
- παράξενος, κακότροπος και/ή ιδιότροπος Τι στραβός κι ανάποδος άνθρωπος είναι τούτος!
- τυφλός, που δε βλέπει
- αγράμματος ή απληροφόρητος
Στραβός²
Where it comes from
Στραβός < στραβός
proper noun Στραβός · Στραβοί · Στραβού · Στραβών · Στραβό · Στραβούς
- ανδρικό επώνυμο
In English
- wrong designed to be worn or placed inward
Talk about this word "στραβός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CE%B2%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. στραβός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CE%B2%CF%8C%CF%82 "στραβός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CE%B2%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {στραβός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CE%B2%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}