στρατεύομαι
Ελληνικά
AI Простыми словами
Пишу короткое объяснение…
Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.
στρατεύομαι
- stɾaˈte.vo.me
Откуда оно
στρατεύομαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική στρατεύομαι
:: Η μεταφορική σημασία < ελληνιστική κοινή φράση στρατευόμενοι εἰς Χριστόν
глагол στρατεύομαι · στρατευόμουν · στρατεύτηκα · στρατευμένος
- καλούμαι να καταταγώ στο στρατό
- έχω την υποχρέωση να υπηρετήσω στο στρατό
- αφοσιώνομαι και δραστηριοποιούμαι για την επικράτηση μιας ιδεολογίας
По-английски
- militate to influence
Обсудить это слово "στρατεύομαι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B5%CF%8D%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. στρατεύομαι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B5%CF%8D%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9 "στρατεύομαι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B5%CF%8D%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9.Цитировать
@misc{micwyn_2026,
title = {στρατεύομαι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B5%CF%8D%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}