στρατιωτικοποιώ
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
στρατιωτικοποιώ
Where it comes from
στρατιωτικοποιώ < στρατιωτικός + -ποιώ (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική militariser)
verb στρατιωτικοποιώ · στρατιωτικοποιούμαι · στρατιωτικοποιούσα · θα στρατιωτικοποιώ · να στρατιωτικοποιώ
- εγκαθιστώ σε μια περιοχή στρατιωτικές δυνάμεις, ώστε να ελέγχεται απ’ αυτές, και (ενδεχομένως) την οχυρώνω και επιβάλλω σ’ αυτή στρατιωτική δομή
Opposite: αποστρατιωτικοποιώ
Thesaurus
verb
Opposite: αποστρατιωτικοποιώ
Talk about this word "στρατιωτικοποιώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B9%CF%89%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026. στρατιωτικοποιώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B9%CF%89%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CF%8E "στρατιωτικοποιώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B9%CF%89%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CF%8E.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {στρατιωτικοποιώ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B9%CF%89%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CF%8E},
urldate = {2026-11-07}
}