στρατιωτικό
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
στρατιωτικό
Where it comes from
στρατιωτικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου στρατιωτικός
noun στρατιωτικό · στρατιωτικά · στρατιωτικού · στρατιωτικών
- η θητεία στον στρατό, η στρατιωτική θητεία ※ 20ός αιώνας ⌘ Διδώ Σωτηρίου, Οι νεκροί περιμένουν [μυθιστόρημα], Αθήνα 1976, εκδόσεις: Κέδρος, αρχική έκδοση: 1959
adjective στρατιωτικό · στρατιωτικά · στρατιωτικού · στρατιωτικών
- αιτιατική ενικού του στρατιωτικός
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του στρατιωτικός
Talk about this word "στρατιωτικό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B9%CF%89%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026. στρατιωτικό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B9%CF%89%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C "στρατιωτικό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B9%CF%89%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {στρατιωτικό},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B9%CF%89%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C},
urldate = {2026-11-07}
}