στρατοκράτης

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

στρατοκράτης

Where it comes from

στρατοκράτης (μαρτυρείται από το 1889)< (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική στρατοκράτης (στρατάρχης). Μορφολογικά αναλύεται σε στρατο- + -κράτης

noun στρατοκράτης · στρατοκράτες · στρατοκράτη · στρατοκρατών

  1. formal, λόγιο ένθερμος υποστηρικτής της στρατοκρατίας
  2. formal, λόγιο άτομο που κυβερνά με τη βοήθεια του στρατού

Similar: μιλιταριστής

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"στρατοκράτης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

στρατοκράτης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82

Chicago

"στρατοκράτης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {στρατοκράτης},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}