στρατός

Ελληνικά

AI In parole semplici

Sto scrivendo una breve spiegazione…

Scritto da un'IA di casa a partire dalla voce qui sotto, nella tua lingua. La fonte è la voce stessa.

στρατός¹

  • stɾaˈtos

Suona come Στράτος

Da dove viene

στρατός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική στρατός

:* για τη σημασία «μεγάλο πλήθος» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική armée

sostantivo στρατός · στρατοί · στρατού · στρατών · στρατό · στρατούς

  1. στρατιωτικός όρος σύνολο ενόπλων δυνάμεων που ενεργούν σε κάποια περιοχή Μόνο όταν η Βασιλεύουσα, παρά την ηρωική αντίσταση των ολιγάριθμων υπερασπιστών της, υπό την ηγεσία του αυτοκράτορα-μάρτυρα Κωνσταντίνου ΙΑ' Παλαιολόγου, και των ευάριθμων συμμάχων της υπό τον Γενοβέζο Τζουστινιάνι, ελύγισε υπό τα πλήγματα του τεράστιου σε αριθμό στρατού και στόλου του νεαρού σουλτά
  2. στρατιωτικός όρος το σύνολο των ένοπλων δυνάμεων κάθε κράτους αναγνωρισμένου από την διεθνή κοινότητα
  3. το σύνολο των ένοπλων δυνάμεων συνασπισμένων κρατών σε συμμαχία
  4. especially, ειδικότερα μόνο οι ένοπλες δυνάμεις ξηράς (πεζικό, πυροβολικό, τεθωρακισμένα - ιππικό), σε αντιδιαστολή με το πολεμικό ναυτικό και την πολεμική αεροπορία
  5. figuratively, μεταφορικά μεγάλο πλήθος

Στρατός²

Da dove viene

Στρατός < → λείπει η ετυμολογία

nome proprio Στρατός · Στρατοί · Στρατού · Στρατών · Στρατό · Στρατούς

  1. ανδρικό επώνυμο

In inglese

  • army military force concerned mainly with ground operations
  • military armed forces
  • armed forces the military forces of a nation — see also army

Parla di questa parola

Cita
MLA

"στρατός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%84%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

στρατός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%84%CF%8C%CF%82

Chicago

"στρατός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%84%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {στρατός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%84%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}