στρουμπουλός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

στρουμπουλός¹

Where it comes from

στρουμπουλός < → λείπει η ετυμολογία

adjective στρουμπουλός · στρουμπουλή · στρουμπουλό · στρουμπουλού · στρουμπουλής

  1. παχουλός ※ Βρήκε την κουζίνα και έφτιαξε μια μεγάλη τσαγιέρα μαύρο τσάι. Και η τσαγιέρα δώρο της Μπετίνας ήταν, μια λαδί κεραμική στρουμπουλή τσαγιέρα με χεράκι από μπαμπού. Ο Χάρης δεν τη χρησιμοποιούσε ποτέ, επειδή έπινε τσάι μόνο όταν ήταν άρρωστος. «Σε πειράζει να πάρω την τσαγιέρα στην κρεβατοκάμαρα;...

Στρουμπουλός²

Where it comes from

Στρουμπουλός < στρουμπουλός

proper noun Στρουμπουλός · Στρουμπουλοί · Στρουμπουλού · Στρουμπουλών · Στρουμπουλό · Στρουμπουλούς

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

  • plump Having a full and rounded shape, chubby

Talk about this word

Cite this
MLA

"στρουμπουλός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

στρουμπουλός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CF%8C%CF%82

Chicago

"στρουμπουλός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {στρουμπουλός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}