στροφέας
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
στροφέας
Where it comes from
στροφέας < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή στροφεύς < αρχαία ελληνική στρέφω
: για τα εξαρήματα μηχανών < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική pivot
noun στροφέας · στροφείς · στροφέα · στροφέως · στροφέων
-
ο πρώτος αυχενικός σπόνδυλος, που βρίσκεται στο πάνω μέρος της σπονδυλικής στήλης
Similar: άτλας, επιστροφέας
- μεντεσές
- το τμήμα ενός άξονα, το οποίο περιστρέφεται
- το σταθερό κυλινδικό τμήμα μιας μηχανής, γύρω από το οποίο περιστρέφεται κάποιο εξάρτημα
Talk about this word "στροφέας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%86%CE%AD%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. στροφέας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%86%CE%AD%CE%B1%CF%82 "στροφέας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%86%CE%AD%CE%B1%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {στροφέας},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%86%CE%AD%CE%B1%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}