στροφέας

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

στροφέας

Where it comes from

στροφέας < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή στροφεύς < αρχαία ελληνική στρέφω

: για τα εξαρήματα μηχανών < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική pivot

noun στροφέας · στροφείς · στροφέα · στροφέως · στροφέων

  1. ανατομία ο πρώτος αυχενικός σπόνδυλος, που βρίσκεται στο πάνω μέρος της σπονδυλικής στήλης

    Similar: άτλας, επιστροφέας

  2. μεντεσές
  3. τεχνολογία το τμήμα ενός άξονα, το οποίο περιστρέφεται
  4. τεχνολογία το σταθερό κυλινδικό τμήμα μιας μηχανής, γύρω από το οποίο περιστρέφεται κάποιο εξάρτημα

Talk about this word

Cite this
MLA

"στροφέας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%86%CE%AD%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

στροφέας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%86%CE%AD%CE%B1%CF%82

Chicago

"στροφέας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%86%CE%AD%CE%B1%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {στροφέας},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%86%CE%AD%CE%B1%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}