στυπτηρία

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

στυπτηρία

Where it comes from

στυπτηρία < αρχαία ελληνική στυπτηρία

noun στυπτηρία · στυπτηρίες · στυπτηρίας · στυπτηριών

  1. ονομασία πολλών θειικών αλάτων
  2. especially, ειδικότερα η στύψη ※ Δέψη με στυπτηρία, ανθρακική σόδα και κοινό μαγειρικό αλάτι. Για την «αδιαβροχοποίηση» (υδροαπωθητικότητα), εκτός της δέψης, επιχρίονται με κερί ή λίπη. (Βασιλική Ρόκου, Τα βυρσοδεψεία των Ιωαννίνων: από το εργαστήριο στο "εργοστάσιο" της βιοτεχνικής πόλης, Ελληνικά Γράμματα, 2004, σελ. 187)

In English

  • alum chemistry: double sulfate

Talk about this word

Cite this
MLA

"στυπτηρία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%85%CF%80%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

στυπτηρία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%85%CF%80%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%AF%CE%B1

Chicago

"στυπτηρία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%85%CF%80%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {στυπτηρία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%85%CF%80%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}