στωικός
Ελληνικά
AI במילים פשוטות
כותב הסבר קצר…
נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.
στωικός¹
- sto.iˈkos
- sto.iˈci
- sto.iˈko
מאיפה זה בא
στωικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή στωϊκός (Στωικός) (< στοά, διότι ο Ζήνων ο Κιτιεύς, θεμελιωτής του στωικισμού, δίδασκε στην Ποικίλη Στοά)
שם תואר στωικός · στωική · στωικό · στωικού · στωικής
- που σχετίζεται με τον στωικισμό και τους στωικούς φιλοσόφους
- που αντιδρά με ηρεμία, αταραξία, απάθεια και καρτερικότητα
שם עצם στωικός · στωική · στωικό · στωικού · στωικής
- οι στωικοί (εννοείται: φιλόσοφοι)
- ο οπαδός του στωικισμού
Στωικός²
מאיפה זה בא
Στωικός < → λείπει η ετυμολογία
שם פרטי Στωικός · Στωικοί · Στωικού · Στωικών · Στωικό · Στωικούς
- ανδρικό επώνυμο
באנגלית
לדבר על המילה הזו "στωικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%89%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. στωικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%89%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "στωικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%89%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.ציטוט
@misc{micwyn_2026,
title = {στωικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%89%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}