στόμφος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

στόμφος

Where it comes from

στόμφος < αρχαία ελληνική στόμφος

noun στόμφος · στόμφοι · στόμφου · στόμφων · στόμφο · στόμφους

  1. ο επιτηδευμένος λόγος, η επιλογή εντυπωσιακών λέξεων, εκφράσεων κ.λπ.
  2. το πομπώδες ύφος στην ομιλία για λόγους επιδείξεως ή για καυχησιολογία ※ Και επειδή όντως αυτή η εβδομάδα, ήταν πολύ κουραστική για όλους μας, σας έχω μια απολαυστική έκπληξη!» είπε με στόμφο ο Φοίβος. «Τι έκπληξη, αγάπη μας;» ρώτησαν και οι δύο απορημένες, με μία φωνή. «Εάν σας την πω, τι έκπληξη θα είναι;» διευκρίνισε χαμογελώντας ο Φοίβος! (Γιώργος Ντόβας, Μαγικό Βο
  3. η υπερβολή στην έκφραση, η χρήση πομπωδών και επιτηδευμένων μέσων εκφράσεως

Talk about this word

Cite this
MLA

"στόμφος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%8C%CE%BC%CF%86%CE%BF%CF%82. Accessed 8 Nov. 2026.

APA

στόμφος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 8, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%8C%CE%BC%CF%86%CE%BF%CF%82

Chicago

"στόμφος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 8, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%8C%CE%BC%CF%86%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {στόμφος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%8C%CE%BC%CF%86%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-08}
}