στόφα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

στόφα¹

  • ˈsto.fa

Where it comes from

στόφα < (άμεσο δάνειο) ιταλική stoffa

noun στόφα · στόφες · στόφας · στοφών

  1. βαρύ, γυαλιστερό ύφασμα πολύ μεγάλης αντοχής, που χρησιμοποιείται για ταπετσαρίες, καλύμματα επίπλων και κουρτίνες σαλόνι με ευρωπαϊκή στόφα
  2. figuratively, μεταφορικά ο ιδιαίτερος χαρακτήρας ενός ατόμου ή μιας ομάδας ατόμων ο Ούλωφ Πάλμε είχε τη στόφα μεγάλου πολιτικού

noun στόφα · στόφες · στόφας · στοφών

  1. μαγειρική κουζίνα που λειτουργεί (συνήθως) με ξύλα, που χρησιμοποιείται επίσης σαν σόμπα ενοικιάζεται δυομισάρι με στόφα και φρίζα
  2. idiomatic, ιδιωματικό η θερμάστρα

Στόφα²

Where it comes from

Στόφα < γενική ενικού του αρσενικού Στόφας

proper noun Στόφα · Στόφας · Stofa

  1. γυναικείο επώνυμο

Talk about this word

Cite this
MLA

"στόφα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%8C%CF%86%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

στόφα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%8C%CF%86%CE%B1

Chicago

"στόφα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%8C%CF%86%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {στόφα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CF%8C%CF%86%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}