συγγένεια
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
συγγένεια
- siŋˈɟe.ni.a
Where it comes from
συγγένεια < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συγγένεια < συγγενής < (σύν) συγ- + γένος
noun συγγένεια · συγγένειες · συγγένειας · συγγενειών
- η βιολογική (εξ αίματος) ή θεσμική (εξ αγχιστείας) σχέση που συνδέει δυο ή περισσότερα πρόσωπα της ίδιας οικογένειας. Ο γάμος μεταξύ ατόμων που συνδέονται με συγγένεια πρώτου και δευτέρου βαθμού απαγορεύεται.
- η σχέση που συνδέει δύο πρόσωπα, πράγματα ή καταστάσεις, με βάση τις ομοιότητές τους ή την κοινή τους προέλευση. Πολλοί ιστορικοί της τέχνης διακρίνουν μία συγγένεια ανάμεσα στην τεχνοτροπία των κυκλαδικών ειδωλίων και τη μοντέρνα τέχνη.
In English
- relationship kinship
- kinship relation or connection by blood, marriage or adoption
Talk about this word "συγγένεια." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%B3%CE%AD%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. συγγένεια. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%B3%CE%AD%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B1 "συγγένεια." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%B3%CE%AD%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {συγγένεια},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%B3%CE%AD%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}