συγγραφέας

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

συγγραφέας

  • siŋ.ɣɾaˈfe.as
  • siŋ.ɡɾaˈfe.as

Where it comes from

συγγραφέας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συγγραφ(εύς) + -έας, από την αιτιατική συγγραφέα < συγγραφή < συγγράφω < συγ- + γράφω. Μορφολογικά αναλύεται σε συγ- + γράφ(ω) + -έας

noun συγγραφέας · συγγραφείς · συγγραφέα · συγγραφέως · συγγραφέων

  1. επάγγελμα το πρόσωπο που συγγράφει, που συντάσσει κείμενα (κυρίως επιστημονικά ή λογοτεχνικά) Πρόκειται πιθανότατα για έργο πολλών συγγραφέων.

    Similar: συντάκτης

  2. especially, ειδικότερα ο λογοτέχνης που γράφει σε πεζό λόγο σε αντιδιαστολή με τους ποιητές Υπήρξε σπουδαία ποιήτρια και συγγραφέας της εποχής εκείνης.

    Similar: πεζογράφος, πεζολόγος

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"συγγραφέας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AD%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

συγγραφέας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AD%CE%B1%CF%82

Chicago

"συγγραφέας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AD%CE%B1%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {συγγραφέας},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AD%CE%B1%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}