συγκάτοικος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

συγκάτοικος

  • siŋˈɡa.ti.kos

Where it comes from

συγκάτοικος < ελληνιστική κοινή συγκάτοικος < αρχαία ελληνική συγκατοικέω / συγκατοικῶ. Μορφολογικά, συν (συγ-) + κάτοικος

noun συγκάτοικος · συγκάτοικοι · συγκατοίκου · συγκάτοικου · συγκατοίκων · συγκάτοικο

  1. που κατοικεί μαζί με κάποιον άλλο, που μοιράζονται την ίδια οικία (διαμέρισμα, σπίτι κ.λπ.), που συγκατοικεί ※ Τέλος πάντων, το ζήτημα είναι πως τα συμφέροντα, η τεμπελιά και η άγνοια με έριξαν στην ανθυγιεινή αγκαλιά της βιομηχανίας που έμελλε να με σκοτώσει αργά και ηδονικά. Γιατί ευτυχώς οι συγκάτοικοι δεν ήταν φραγκοφονιάδες. Μου αγόραζαν πανάκριβες γκουρμέ κονσέρβες (Λένα Διβάνη, Εγώ ο Ζάχος Ζάχαρης (

In English

  • roommate a person with whom one shares a room
  • flatmate a person with whom one shares a rental property
  • cohabitant person who cohabits with another

Talk about this word

Cite this
MLA

"συγκάτοικος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%BA%CE%AC%CF%84%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

συγκάτοικος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%BA%CE%AC%CF%84%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%82

Chicago

"συγκάτοικος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%BA%CE%AC%CF%84%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {συγκάτοικος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%BA%CE%AC%CF%84%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}