συγκατοίκηση

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

συγκατοίκηση

Where it comes from

συγκατοίκηση < συγκατοικώ + -ση

noun συγκατοίκηση · συγκατοικήσεις · συγκατοίκησης · συγκατοικήσεων

  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συγκατοικώ ※ Συγκεκριμένα, τα θέματα που προτείνουν οι ... να συμπεριλαμβάνονται στα σεξουαλικά εκπαιδευτικά προγράμματα των ατόμων με αυτισμό ή / και νοητική καθυστέρηση αφορούν την σεξουαλική υγεία, τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα και το AIDS, άσεμνες χειρονομίες και προσβλητικά σχόλια, εξερεύνηση του σ

In English

  • concubinage the state of cohabitating while not married

Talk about this word

Cite this
MLA

"συγκατοίκηση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%AF%CE%BA%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

συγκατοίκηση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%AF%CE%BA%CE%B7%CF%83%CE%B7

Chicago

"συγκατοίκηση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%AF%CE%BA%CE%B7%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {συγκατοίκηση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%AF%CE%BA%CE%B7%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}