συγκλητικός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

συγκλητικός¹

Where it comes from

συγκλητικός < ελληνιστική κοινή συγκλητικός < αρχαία ελληνική σύγκλητος (μεταφραστικό δάνειο από τη λατινική senatorius)

adjective συγκλητικός · συγκλητική · συγκλητικό · συγκλητικού · συγκλητικής

  1. ιστορία την ρωμαϊκή σύγκλητο
  2. ιστορία τη σύγκλητο της Κωνσταντινούπολης (Σενάτον / Senatum), καθένα από τα δύο δημόσια κτήρια της Κωνσταντινούπολης, που στέγαζαν το ομώνυμο νομοθετικό και συμβουλευτικό σώμα
  3. την πανεπιστημιακή σύγκλητο

noun συγκλητικός · συγκλητική · συγκλητικό · συγκλητικού · συγκλητικής

  1. πανεπιστημιακός καθηγητής μέλος της πανεπιστημιακής συγκλήτου
  2. ιστορία μέλος της ρωμαϊκής συγκλήτου

Συγκλητικός²

Where it comes from

Συγκλητικός < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Συγκλητικός · Συγκλητικοί · Συγκλητικού · Συγκλητικών · Συγκλητικό · Συγκλητικούς

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"συγκλητικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

συγκλητικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"συγκλητικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {συγκλητικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}