συγκοπή

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

συγκοπή

  • siŋ.ɡoˈpi

Where it comes from

συγκοπή < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συγκοπή < συγκόπτω. Μορφολογικά, συγ- + κοπή.

noun συγκοπή · συγκοπές · συγκοπής · συγκοπών

  1. ιατρική η ξαφνική, αλλά συνήθως προσωρινή, απώλεια της συνείδησης λόγω εγκεφαλικής ισχαιμίας Η γυναίκα μου έπαθε συγκοπή.

    Similar: λιποθυμία

  2. γλωσσολογία η παράλειψη μεσαίου τμήματος μίας λέξης. κορυφή - κορφή, κόψετε - κόψτε, σιτάρι - στάρι, φέρετε - φέρτε.

    Similar: σύντμηση

  3. ποίηση η αφαίρεση συλλαβής για να διατηρηθεί το μέτρο του στίχου
  4. μουσική απόκλιση από τον ρυθμικό τονισμό, τονισμός του ασθενούς μέρους ενός μέτρου αντί του ισχυρού

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"συγκοπή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

συγκοπή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%AE

Chicago

"συγκοπή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {συγκοπή},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%AE},
  urldate = {2026-11-07}
}