συγκοπή
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
συγκοπή
- siŋ.ɡoˈpi
Where it comes from
συγκοπή < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συγκοπή < συγκόπτω. Μορφολογικά, συγ- + κοπή.
noun συγκοπή · συγκοπές · συγκοπής · συγκοπών
-
η ξαφνική, αλλά συνήθως προσωρινή, απώλεια της συνείδησης λόγω εγκεφαλικής ισχαιμίας
Η γυναίκα μου έπαθε συγκοπή.
Similar: λιποθυμία
-
η παράλειψη μεσαίου τμήματος μίας λέξης.
κορυφή - κορφή, κόψετε - κόψτε, σιτάρι - στάρι, φέρετε - φέρτε.
Similar: σύντμηση
- η αφαίρεση συλλαβής για να διατηρηθεί το μέτρο του στίχου
- απόκλιση από τον ρυθμικό τονισμό, τονισμός του ασθενούς μέρους ενός μέτρου αντί του ισχυρού
In English
- syncopation phonology: loss of sounds
- heart failure cessation of the heartbeat; cardiac arrest
- syncope absence of a sound
Talk about this word "συγκοπή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026. συγκοπή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%AE "συγκοπή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%AE.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {συγκοπή},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%AE},
urldate = {2026-11-07}
}