συγκρατώ
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
συγκρατώ
- siŋ.ɡɾaˈto
Sounds like συγκροτώ
Where it comes from
συγκρατώ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συγκρατῶ, συνηρημένος τύπος του συγκρατέω (κρατώ μαζί) < συγ- + κρατέω
:* για τη σημασία «αναχαιτίζω» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική contenir
verb συγκρατώ · συγκράτησα · συγκρατιέμαι · συγκρατούμαι · συγκρατήθηκα · συγκρατημένος
- περιορίζω σε χαμηλότερα επίπεδα συγκρατώ το θυμό μου
- δεν επιτρέπω σε κάτι να κινηθεί πέρα και έξω από ένα αποδεκτό πλαίσιο, περιορίζω σε συγκεκριμένο χώρο η αστυνομία συγκράτησε τους θερμόαιμους οπαδούς
- αναχαιτίζω, αποκρούω
- θυμάμαι, κρατάω στη μνήμη μου Θύμισέ μου το όνομά του, γιατί δεν το συγκράτησα.
Talk about this word "συγκρατώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026. συγκρατώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CF%8E "συγκρατώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CF%8E.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {συγκρατώ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CF%8E},
urldate = {2026-11-07}
}