συγκρατώ

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

συγκρατώ

  • siŋ.ɡɾaˈto

Sounds like συγκροτώ

Where it comes from

συγκρατώ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συγκρατῶ, συνηρημένος τύπος του συγκρατέω (κρατώ μαζί) < συγ- + κρατέω

:* για τη σημασία «αναχαιτίζω» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική contenir

verb συγκρατώ · συγκράτησα · συγκρατιέμαι · συγκρατούμαι · συγκρατήθηκα · συγκρατημένος

  1. περιορίζω σε χαμηλότερα επίπεδα συγκρατώ το θυμό μου
  2. δεν επιτρέπω σε κάτι να κινηθεί πέρα και έξω από ένα αποδεκτό πλαίσιο, περιορίζω σε συγκεκριμένο χώρο η αστυνομία συγκράτησε τους θερμόαιμους οπαδούς
  3. αναχαιτίζω, αποκρούω
  4. θυμάμαι, κρατάω στη μνήμη μου Θύμισέ μου το όνομά του, γιατί δεν το συγκράτησα.

Talk about this word

Cite this
MLA

"συγκρατώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

συγκρατώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CF%8E

Chicago

"συγκρατώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CF%8E.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {συγκρατώ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CF%8E},
  urldate = {2026-11-07}
}