συγκροτημένος
Ελληνικά
AI بكلمات بسيطة
جارٍ كتابة شرح قصير…
كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.
συγκροτημένος
من أين أتت
συγκροτημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου συγκροτώ
فعل συγκροτημένος · συγκροτημένη · συγκροτημένο · συγκροτημένου · συγκροτημένης
- που έχει οργανωθεί-συγκροτηθεί (συνήθως θετική σημασία)
- συνετός, συνεπής, επιμελής κι αυτοσυγκρατημένος που έχει ανεπτυγμένη προσαγώγια έλικα
- συνιστάμενος, συντεθειμένος
تحدّث عن هذه الكلمة "συγκροτημένος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%BA%CF%81%CE%BF%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. συγκροτημένος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%BA%CF%81%CE%BF%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82 "συγκροτημένος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%BA%CF%81%CE%BF%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82.استشهد بهذا
@misc{micwyn_2026,
title = {συγκροτημένος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%BA%CF%81%CE%BF%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}