ميكوين

συγκροτημένος

Ελληνικά

AI بكلمات بسيطة

جارٍ كتابة شرح قصير…

كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.

συγκροτημένος

من أين أتت

συγκροτημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου συγκροτώ

فعل συγκροτημένος · συγκροτημένη · συγκροτημένο · συγκροτημένου · συγκροτημένης

  1. που έχει οργανωθεί-συγκροτηθεί (συνήθως θετική σημασία)
  2. συνετός, συνεπής, επιμελής κι αυτοσυγκρατημένος που έχει ανεπτυγμένη προσαγώγια έλικα
  3. συνιστάμενος, συντεθειμένος

تحدّث عن هذه الكلمة

استشهد بهذا
MLA

"συγκροτημένος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%BA%CF%81%CE%BF%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

συγκροτημένος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%BA%CF%81%CE%BF%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82

Chicago

"συγκροτημένος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%BA%CF%81%CE%BF%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {συγκροτημένος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%BA%CF%81%CE%BF%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}