συγκρούομαι

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

συγκρούομαι

Where it comes from

συγκρούομαι < συν + κρούω

verb συγκρούομαι

  1. πέφτω με ορμή πάνω σε ένα άλλο κινούμενο ή ακίνητο σώμα Δύο αυτοκίνητα συγκρούστηκαν μετωπικά στην εθνική.
  2. μάχομαι, πολεμώ εναντίον κάποιου οι Έλληνες συγκρούστηκαν με τους Πέρσες πολλές φορές κατά την αρχαιότητα
  3. general, γενικότερα βρίσκομαι σε αθλητική, πολιτική ή άλλου είδους αντιπαράθεση με κάποιον, ανταγωνίζομαι
  4. βρίσκομαι σε αναντιστοιχία οι απόψεις που εκφράζεις συγκρούονται με την κοινή λογική

In English

  • clash to conflict
  • collide to make a direct impact, especially if violent

Talk about this word

Cite this
MLA

"συγκρούομαι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%BA%CF%81%CE%BF%CF%8D%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

συγκρούομαι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%BA%CF%81%CE%BF%CF%8D%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9

Chicago

"συγκρούομαι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%BA%CF%81%CE%BF%CF%8D%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {συγκρούομαι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%BA%CF%81%CE%BF%CF%8D%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}