συγυρίζω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
συγυρίζω
- si.ʝiˈɾi.zo
Where it comes from
συγυρίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική συγυρίζω. Μορφολογικά αναλύεται σε συ- + γυρίζω. Κατά μία άποψη, το ρήμα γυρίζω εδώ σημαίνει «διαπομπεύω, περιφέρω πρόσωπο για διαπόμπευση».
verb συγυρίζω · συγυρίζομαι · συγύριζα · θα συγυρίζω · να συγυρίζω
- τακτοποιώ αντικείμενα, περιορίζω την ακαταστασία ※ Δημήτρης Κολλάτος, Οι ελιές
- τιμωρώ ≈ συνώνυμα: εγκαλώ, επιπλήττω, κατσαδιάζω
- συγυρίζομαι: φροντίζω τον εαυτό μου, την εξωτερική μου εμφάνιση ≈ συνώνυμα: ευτρεπίζομαι
Talk about this word "συγυρίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%B3%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 8 Nov. 2026. συγυρίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 8, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%B3%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89 "συγυρίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 8, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%B3%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {συγυρίζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%B3%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-08}
}