συγχώνευση
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
συγχώνευση
Where it comes from
συγχώνευση < συγχωνεύω
noun συγχώνευση · συγχωνεύσεις · συγχώνευσης · συγχωνεύσεων
- η ένωση δύο στοιχείων ή συνόλων σε ένα νέο καινούριο ομογενές σύνολο οι νησιωτικοί δήμοι προσφεύγουν στο Συμβούλιο της Επικρατείας εναντίον της συγχώνευσης των ΔΟΥ
- ο σχηματισμός κράματος με τήξη
- για επιβολή μίας ενιαίας ποινής για συναφή αδικήματα αντί δύο ή περισσότερων μικρότερων ποινών οι οποίες αθροιστικά θα είχαν μεγαλύτερη διάρκεια 25 χρόνια κάθειρξη κατά συγχώνευση για ηθική αυτουργία σε 17 απόπειρες ανθρωποκτονιών και πρόκληση διάπραξης κακουργημάτων (από το άρθρο της Βικιπαίδειας Εξέγερση του Πολυτεχνείου)
In English
- fusion merging of elements into a union
- consolidation the act or process of consolidating
Talk about this word "συγχώνευση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%B3%CF%87%CF%8E%CE%BD%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. συγχώνευση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%B3%CF%87%CF%8E%CE%BD%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7 "συγχώνευση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%B3%CF%87%CF%8E%CE%BD%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {συγχώνευση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%B3%CF%87%CF%8E%CE%BD%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}