συλλαβισμός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

συλλαβισμός

  • si.la.viˈzmos

Where it comes from

συλλαβισμός < (συλλαβίζω) συλλαβισ- + -μός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική syllabation)

noun συλλαβισμός · συλλαβισμοί · συλλαβισμού · συλλαβισμών · συλλαβισμό · συλλαβισμούς

  1. γραμματική η διαίρεση μιας λέξης σε συλλαβές στη γραπτή της μορφή ή η εκφώνησή τους Ο συλλαβισμός της λέξης «κατάσταση» παριστάνεται με τις συλλαβές χωρισμένες από ενωτικά: «κα-τά-στα-ση».
  2. η συλλαβιστική ικανότητα Ο νεαρός μαθητής κατείχε άψογα τον συλλαβισμό.
  3. figuratively, συνεκδοχικά η ανάγνωση με δυσκολία που δείχνει πως αυτός που διαβάζει δυσκολεύεται να διαβάσει και προσπαθεί να συλλαβίσει τις λέξεις

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"συλλαβισμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%B2%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

συλλαβισμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%B2%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82

Chicago

"συλλαβισμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%B2%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {συλλαβισμός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%B2%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}