συλλογή
Ελληνικά
AI わかりやすく
短い説明を書いています…
下の項目をもとに、ハウスAIがあなたの言語で書きました。出典は項目そのものです。
συλλογή
- si.loˈʝi
由来
συλλογή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συλλογή (συγκέντρωση) < συλλέγω < (σύν) συλ- + λέγω (με τη σημασία: συλλέγω, συγκεντρώνω) & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική collection
:* για τη σημασία «επανερχόμενη σκέψη» < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή συλλογή
名詞 συλλογή · συλλογές · συλλογής · συλλογών
- η συγκέντρωση πραγμάτων με τη συλλογή των σκουπιδιών θα ασχοληθούμε αύριο
- η συστηματική συγκέντρωση ομοειδών πραγμάτων ασχολείται με τη συλλογή έργων τέχνης
- τα συστηματικά συγκεντρωμένα ομοειδή πράγματα ※ Η κλοπή τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή αν: ... β) ο υπαίτιος αφαιρεί πράγμα επιστημονικής ή καλλιτεχνικής ή αρχαιολογικής ή ιστορικής σημασίας που βρίσκεται σε συλλογή εκτεθειμένη σε κοινή θέα ή σε δημόσιο οίκημα ή σε άλλο δημόσιο τόπο (Νόμος 4619, 2019, Κύρωση του Ποινικο
- σκέψη που επανέρχεται, που με απασχολεί βυθίζομαι σε συλλογή
英語で
- corpus linguistics: collection of writings
- compilation act or process of compiling or gathering together from various sources
- collection set of items
この単語について話す "συλλογή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AE. Accessed 6 Nov. 2026. συλλογή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AE "συλλογή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AE.引用する
@misc{micwyn_2026,
title = {συλλογή},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AE},
urldate = {2026-11-06}
}