συλλογικότητα
Ελληνικά · מילים נרדפות והפכים
AI במילים פשוטות
כותב הסבר קצר…
נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.
συλλογικότητα
- si.lo.ʝiˈko.ti.ta
מאיפה זה בא
συλλογικότητα < συλλογικ(ός) + -ότητα, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική collectivité)
שם עצם συλλογικότητα · συλλογικότητες · συλλογικότητας · συλλογικοτήτων
- το να είναι κάτι συλλογικό, η ιδιότητα του συλλογικού
- η οργανωμένη ή ανοργάνωτη ομάδα ανθρώπων ※ Δεκάδες συλλογικότητες από όλη την Αττική πραγματοποίησαν παράσταση διαμαρτυρίας, έξω από τα κεντρικά της ΔΕΗ, «για την υπεξαίρεση χρημάτων», όπως υποστηρίζουν, καθώς ενώ κατέβαλαν το χρηματικό ποσό του ηλεκτρικού ρεύματος, τα χρήματα αυτά μεταφέρθηκαν στην εξόφληση του χαρατσιού. (* εφημερίδα Ελε
הפך: ατομικότητα
מילים נרדפות והפכים
שם עצם
הפך: ατομικότητα
באנגלית
- collective group
לדבר על המילה הזו "συλλογικότητα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. συλλογικότητα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1 "συλλογικότητα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1.ציטוט
@misc{micwyn_2026,
title = {συλλογικότητα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}