συμβατός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
συμβατός
- siɱ.vaˈtos
- siɱ.vaˈti
- siɱ.vaˈto
Where it comes from
συμβατός < ελληνιστική συμβατός < συμβαίνω
adjective συμβατός · συμβατή · συμβατό · συμβατού · συμβατής
- που καθορίζεται από σύμβαση
- που μπορεί να υπάρξει με κάτι άλλο
- που ταιριάζει και χρησιμοποιείται με κάτι άλλο
- που μπορεί: να εκτελεστεί από συγκεκριμένο υπολογιστή· λέγεται για πρόγραμμα
- , (στο σχεσιακό μοντέλο) συμβατές λέγονται δύο σχέσεις R(A_1,A_2,...A_n) και S(A_1,A_2,...A_n), που έχουν τον ίδιο βαθμό n και τα ίδια πεδία ορισμού για τα στοιχεία των πλειάδων τους, δηλαδή dom(A_i)=dom(B_i) για 1≤i≤n, όπου dom, το αντίστοιχο πεδίο ορισμού
Talk about this word "συμβατός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BC%CE%B2%CE%B1%CF%84%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. συμβατός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BC%CE%B2%CE%B1%CF%84%CF%8C%CF%82 "συμβατός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BC%CE%B2%CE%B1%CF%84%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {συμβατός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BC%CE%B2%CE%B1%CF%84%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}