συμβατός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

συμβατός

  • siɱ.vaˈtos
  • siɱ.vaˈti
  • siɱ.vaˈto

Where it comes from

συμβατός < ελληνιστική συμβατός < συμβαίνω

adjective συμβατός · συμβατή · συμβατό · συμβατού · συμβατής

  1. που καθορίζεται από σύμβαση
  2. που μπορεί να υπάρξει με κάτι άλλο
  3. που ταιριάζει και χρησιμοποιείται με κάτι άλλο
  4. πληροφορική που μπορεί: να εκτελεστεί από συγκεκριμένο υπολογιστή· λέγεται για πρόγραμμα
  5. βάσεις δεδομένων , (στο σχεσιακό μοντέλο) συμβατές λέγονται δύο σχέσεις R(A_1,A_2,...A_n) και S(A_1,A_2,...A_n), που έχουν τον ίδιο βαθμό n και τα ίδια πεδία ορισμού για τα στοιχεία των πλειάδων τους, δηλαδή dom(A_i)=dom(B_i) για 1≤i≤n, όπου dom, το αντίστοιχο πεδίο ορισμού

Talk about this word

Cite this
MLA

"συμβατός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BC%CE%B2%CE%B1%CF%84%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

συμβατός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BC%CE%B2%CE%B1%CF%84%CF%8C%CF%82

Chicago

"συμβατός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BC%CE%B2%CE%B1%CF%84%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {συμβατός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BC%CE%B2%CE%B1%CF%84%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}