συμβολαιογράφος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
συμβολαιογράφος
- siɱ.vo.le.oˈɣɾa.fos
Where it comes from
συμβολαιογράφος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συμβολαιογράφος < αρχαία ελληνική συμβόλαι(ον) + -ο- + -γράφος
noun συμβολαιογράφος · συμβολαιογράφοι · συμβολαιογράφου · συμβολαιογράφων · συμβολαιογράφο · συμβολαιογράφους
- επαγγελματίας με νομική κατάρτιση, ελεγχόμενος από το κράτος, που συντάσσει και διατηρεί στο αρχείο του συμβόλαια και άλλα (δημόσια) έγγραφα νομικής φύσης και εκτελεί κάποιες δικαστικές ενέργειες (π.χ. πλειστηριασμούς) ※ Τα «κοράκια» συμμετέχουν και αυτά στη διαδικασία. Καταθέτουν τις επιταγές τους στον συμβολαιογράφο που εκτελεί τη δημοπρασία και είτε αγοράζουν το ακίνητο για λογαριασμό τους ή για λογαριασμό πελατών τους είτε αποσύρονται από τον πλειστηριασμό, αφού πληρωθούν για αυτή την απόσυρσή τους. (* εφημερί
In English
- notary public officer who can administer oaths and statutory declarations
- notary notary public
Talk about this word "συμβολαιογράφος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BC%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. συμβολαιογράφος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BC%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%82 "συμβολαιογράφος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BC%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {συμβολαιογράφος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BC%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}