συμμαθήτρια
Ελληνικά
AI 쉬운 말로
짧은 설명을 쓰는 중…
아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.
συμμαθήτρια
- si.maˈθi.tɾi.a
어원
συμμαθήτρια < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική συμμαθήτρια < συμμαθη(τής) + κατάληξη θηλυκού -τρια. Μορφολογικά αναλύεται σε συμ- + μαθήτρια.
명사 συμμαθήτρια · συμμαθήτριες · συμμαθήτριας · συμμαθητριών
- θηλυκό του συμμαθητής ※ Πήρα και γω ορισμένες προφυλάξεις, είπα στον Κώστα ότι είχα αρχίσει αλληλογραφία με μια παλιά μου συμμαθήτρια, Ελένη ονόματι (τι μου ήρθε και της έδωσα τʼ όνομά μου;) που έμενε στο Παρίσι. Όταν ο Κώστας ήταν σπίτι, σου μιλούσα στο τηλέφωνο σαν να ήσουν αυτή η παλιά μου συμμαθήτρια. […]
영어로
- classmate student who is in the same class at school
이 단어에 대해 이야기하기 "συμμαθήτρια." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BC%CE%BC%CE%B1%CE%B8%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. συμμαθήτρια. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BC%CE%BC%CE%B1%CE%B8%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B1 "συμμαθήτρια." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BC%CE%BC%CE%B1%CE%B8%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B1.인용하기
@misc{micwyn_2026,
title = {συμμαθήτρια},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BC%CE%BC%CE%B1%CE%B8%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}