συμμορία
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
συμμορία
- si.moˈɾi.a
Where it comes from
συμμορία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συμμορία < (σύν) συμ- + μόρα + -ία < μείρομαι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *(s)mer- (εκχωρώ, κατανέμω, μοιράζω)
:* για τους σύγχρονους όρους < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική bande
noun συμμορία · συμμορίες · συμμορίας · συμμοριών
- ομάδα κακοποιών που οργανωμένα και συνήθως βίαια και ανήθικα προσπαθούν για την επίτευξη των κακοποιών στόχων τους
- ομάδα τριών τουλάχιστον κακοποιών που οργανωμένα και συνήθως βίαια προσπαθούν για την επίτευξη των κακοποιών στόχων τους ※ Σε υπόθεση ξυλοδαρμού ανηλίκου από συμμορία ανηλίκων στα βόρεια προάστια πριν από περισσότερο από έναν χρόνο, με σωρεία κακουργημάτων και πλημμελημάτων, ακόμα δεν έχει οριστεί δικάσιμος. (Δικάσιμος το 2035; Για ποια Δικαιοσύνη μιλάμε; 11/3/2025 , capital.gr https://www.capital.gr/o-agis-beroutis-g
- ομάδα παλιόπαιδων
- φορολογική ομάδα Αθηναίων πολιτών
In English
Talk about this word "συμμορία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BC%CE%BC%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. συμμορία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BC%CE%BC%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1 "συμμορία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BC%CE%BC%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {συμμορία},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BC%CE%BC%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}