συμπίεση
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
συμπίεση
Where it comes from
συμπίεση < αρχαία ελληνική συμπίεσις < συμπιέζω
noun συμπίεση · συμπιέσεις · συμπίεσης · συμπιέσεων
- η ενέργεια του συμπιέζω
- : η ενέργεια που προκαλεί τη μείωση του όγκου ενός σώματος είτε μηχανικά, είτε ηλεκτρομαγνητικά
- : η οποιαδήποτε αύξηση πίεσης, όπου στη μηχανή εσωτερικής καύσης αποτελεί το δεύτερο στάδιο - χρόνο, μετά την αναρρόφηση και πριν την καύση του καυσίμου.
- : ο περιορισμός, η ελάττωση οικονομικού μεγέθους, π.χ. εξόδων, ελλειμμάτων κ.λπ.
- περιορισμός του όγκου ενός αρχείου δεδομένων ※ Η συμπίεση δεδομένων είναι η διαδικασία μείωσης του όγκου αρχείων διαφόρων ειδών, μέχρι και 99% από το αρχικό τους μέγεθος. Στόχος της συμπίεσης είναι η ταχύτερη μεταφορά μέσω δικτύων και η εξοικονόμηση αποθηκευτικού χώρου.
Opposite: εκτόνωση
Thesaurus
noun
Opposite: εκτόνωση
In English
- compression the act of compressing
Talk about this word "συμπίεση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%AF%CE%B5%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. συμπίεση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%AF%CE%B5%CF%83%CE%B7 "συμπίεση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%AF%CE%B5%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {συμπίεση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%AF%CE%B5%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}