συμπαθητικός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
συμπαθητικός
- sim.ba.θi.tiˈkos
Where it comes from
συμπαθητικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συμπαθητικός (συμπονετικός), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική sympathique (δείτε συμπαθής)
:* για το νευρικό σύστημα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συμπαθητικός με τη σημασία της φράσης νεῦρα ἀλλήλοις συμπαθῆ (→ δείτε τη λέξη συμπαθής)
adjective συμπαθητικός · συμπαθητική · συμπαθητικό
- για πρόσωπο προς το οποίο δείχνουμε συμπάθεια, διότι κάποια χαρακτηριστικά του μας αρέσουν ή τα εκτιμούμε, συμπαθής Δεν τον ξέρω καλά, αλλά μου φαίνεται συμπαθητικός άνθρωπος.
- καλούτσικος (για κάτι που μας αρέσει, αλλά όχι υπερβολικά) Είδα μια συμπαθητική ταινία χτες.
- σχετικός με το αυτόνομο νευρικό σύστημα συμπαθητικό νευρικό σύστημα
Talk about this word "συμπαθητικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%B8%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. συμπαθητικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%B8%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "συμπαθητικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%B8%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {συμπαθητικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%B8%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}