συμπεριφορά
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
συμπεριφορά
Where it comes from
συμπεριφορά < ελληνιστική κοινή συμπεριφορά < συμπεριφέρω < σύν + περιφέρω < περί + φέρω
noun συμπεριφορά · συμπεριφορές · συμπεριφοράς · συμπεριφορών
- ο τρόπος με τον οποίο κάποιος αντιμετωπίζει τους άλλους Η συμπεριφορά της είναι σοβαρή και μετρημένη.
- ο επιβεβλημένος ή κατάλληλος τρόπος αντίδρασης σε συγκεκριμένες περιστάσεις Δεν είναι συμπεριφορά αυτή, να μην εκτιμάς αυτά που σου δίνω!
- οι χαρακτηριστικές ενέργειες ενός ατόμου, ο τρόπος αντίδρασής του σε συγκεκριμένα εξωτερικά ή εσωτερικά ερεθίσματα προγαμιαία συμπεριφορά
- ο τρόπος που υφίσταται ή αντιδρά ένα υλικό με συγκεκριμένη χρήση ή σε ορισμένες συνθήκες Η θερμότητα μπορεί να μεταβάλλει τη συμπεριφορά των ελαστικών στο δρόμο.
In English
Talk about this word "συμπεριφορά." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%AC. Accessed 7 Nov. 2026. συμπεριφορά. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%AC "συμπεριφορά." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%AC.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {συμπεριφορά},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%AC},
urldate = {2026-11-07}
}