συμπιέζω

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

συμπιέζω

  • sim.biˈe.zo

Where it comes from

συμπιέζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συμπιέζω < συμ- + πιέζω

verb συμπιέζω · συμπίεσα · συμπιέζομαι · συμπιέστηκα · -θηκα · συμπιεσμένος

  1. πιέζω και μειώνω τον όγκο υλικού Τα φρούτα συμπιέζονται ώστε να εξαχθεί ο χυμός τους.
  2. figuratively, μεταφορικά ασκώ πίεση με δράσεις και μεθόδους για να μειώσω επιπτώσεις Όσο συμπιέζονται τα εισοδήματα, τόσο λιγότερες ανάγκες καλύπτονται.
  3. figuratively, μεταφορικά, για ανθρώπους στριμώχνω, πιέζω μεταξύ δυνάμεων ή προτεραιοτήτων Έχω γίνει σάντουιτς. Συμπιέζομαι ανάμεσα στις ανάγκες των παιδιών, της γυναίκας μου, του άρρωστου πεθερού μου, των απαιτήσεων της δουλειάς μου... πρέπει να τρέχω εγώ για όλους -δε μένει τίποτα για εμένα

Similar: ζουλίζω, ζουλάω, ζουπίζω, ζουπάω, πιέζω · Opposite: αποσυμπιέζω

Thesaurus

In English

  • compress to press together into a smaller space

Talk about this word

Cite this
MLA

"συμπιέζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%B9%CE%AD%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

συμπιέζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%B9%CE%AD%CE%B6%CF%89

Chicago

"συμπιέζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%B9%CE%AD%CE%B6%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {συμπιέζω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%B9%CE%AD%CE%B6%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}