συμπιέζω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
συμπιέζω
- sim.biˈe.zo
Where it comes from
συμπιέζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συμπιέζω < συμ- + πιέζω
verb συμπιέζω · συμπίεσα · συμπιέζομαι · συμπιέστηκα · -θηκα · συμπιεσμένος
- πιέζω και μειώνω τον όγκο υλικού Τα φρούτα συμπιέζονται ώστε να εξαχθεί ο χυμός τους.
- ασκώ πίεση με δράσεις και μεθόδους για να μειώσω επιπτώσεις Όσο συμπιέζονται τα εισοδήματα, τόσο λιγότερες ανάγκες καλύπτονται.
- στριμώχνω, πιέζω μεταξύ δυνάμεων ή προτεραιοτήτων Έχω γίνει σάντουιτς. Συμπιέζομαι ανάμεσα στις ανάγκες των παιδιών, της γυναίκας μου, του άρρωστου πεθερού μου, των απαιτήσεων της δουλειάς μου... πρέπει να τρέχω εγώ για όλους -δε μένει τίποτα για εμένα
Similar: ζουλίζω, ζουλάω, ζουπίζω, ζουπάω, πιέζω · Opposite: αποσυμπιέζω
Thesaurus
In English
- compress to press together into a smaller space
Talk about this word "συμπιέζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%B9%CE%AD%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. συμπιέζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%B9%CE%AD%CE%B6%CF%89 "συμπιέζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%B9%CE%AD%CE%B6%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {συμπιέζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%B9%CE%AD%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}