συμφυρμός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

συμφυρμός

  • siɱ.fiɾˈmos

Where it comes from

συμφυρμός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συμφυρμός < αρχαία ελληνική συμφύρω < (συν-) συμ- + φύρω

: γλωσσολογικός όρος < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική contamination ή μεταφραστικό δάνειο ή απόδοση

noun συμφυρμός · συμφυρμοί · συμφυρμού · συμφυρμών · συμφυρμό · συμφυρμούς

  1. η τυχαία ανάμειξη στοιχείων χωρίς να υπάρχει αιτία σύνδεσης (αρνητική σημασία) συνύπαρξη ή συμβίωση ατόμων που δεν ταιριάζουν
  2. γλωσσολογία η συνένωση δύο συγγενών γλωσσικών στοιχείων (φθόγγων, λέξεων, φράσεων) για την παραγωγή ενός νέου Η λέξη «διάτανος» είναι συμφυρμός των «διάβολος» και «σατανάς».

Talk about this word

Cite this
MLA

"συμφυρμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BC%CF%86%CF%85%CF%81%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

συμφυρμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BC%CF%86%CF%85%CF%81%CE%BC%CF%8C%CF%82

Chicago

"συμφυρμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BC%CF%86%CF%85%CF%81%CE%BC%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {συμφυρμός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BC%CF%86%CF%85%CF%81%CE%BC%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}